MedorMedor

Το περιβάλλον αλλάζει. Ας αλλάξουμε κι εμείς.

July 27, 2020
  • Share This Article

Οι αλλαγές που συμβαίνουν στο κλίμα του πλανήτη μας επαναπροσδιορίζουν τον κόσμο και μεγιστοποιούν τους κινδύνους αστάθειας σε όλες της τις μορφές. Οι επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη μεταμορφώνουν το περιβάλλον μας, αυξάνοντας τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων καιρικών φαινομένων. Η Ευρώπη γνώρισε ακραία κύματα καύσωνα τα τέσσερα από τα πέντε τελευταία χρόνια. Το περασμένο καλοκαίρι, οι θερμοκρασίες πάνω από τον Αρκτικό ύκλο ήταν κατά 5 οC υψηλότερες απ’ ό,τι συνήθως. Τα τελευταία χρόνια μεγάλα τμήματα της Ευρώπης επλήγησαν από σοβαρές ξηρασίες, ενώ πλημμύρες έπληξαν ιδιαίτερα την κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ακραία φαινόμενα που συνδέονται με το κλίμα όπως οι δασικές πυρκαγιές, οι στιγμιαίες πλημμύρες, οι τυφώνες και οι κυκλώνες προκαλούν επίσης μαζικές καταστροφές και απώλειες ζωών, όπως έγινε όταν οι κυκλώνες Irma και Maria το 2017 χτύπησαν την Καραϊβική και μεταξύ άλλων πολλές ευρωπαϊκές εξόχως απόκεντρες περιφέρειες. Τα φαινόμενα αυτά πλήττουν πλέον και στην ευρωπαϊκή ήπειρο όπως έγινε με την καταιγίδα Ophelia το 2017, τον πρώτο ισχυρό κυκλώνα στον Ανατολικό Ατλαντικό που έφτασε στην Ιρλανδία και με την καταιγίδα Leslie που έσπειρε την καταστροφή στην Πορτογαλία και στην Ισπανία το 2019. 

Η διακυβερνητική επιτροπή για την κλιματική αλλαγή (IPCC) εξέδωσε ειδική έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και τις σχετικές μεθόδους που υπάρχουν για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Τα επιστημονικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η ανθρωπογενής υπερθέρμανση του πλανήτη έχει ήδη φτάσει 1°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και αυξάνεται κατά περίπου 0,2°C ανά δεκαετία. Αν δεν επισπευστεί η ανάληψη δράσης για το κλίμα σε διεθνές επίπεδο, η παγκόσμια μέση αύξηση της θερμοκρασίας θα μπορούσε να φτάσει τους 2οC σύντομα μετά το 2060 και να εξακολουθήσει να αυξάνεται στη συνέχεια. 

Μια τέτοιου είδους ανεξέλεγκτη κλιματική αλλαγή μπορεί να μετατρέψει τη γη σε «θερμαινόμενο θερμοκήπιο» και να έχει όλο και συχνότερες μη αναστρέψιμες, μεγάλης κλίμακας, επιπτώσεις. 

Η έκθεση της IPCC επιβεβαιώνει ότι στο 4% περίπου του συνολικού εδάφους προβλέπεται να υπάρξει μετασχηματισμός των οικοσυστημάτων από έναν τύπο σε άλλον, αν η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι στον 1°C, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει το 13% αν η αλλαγή της θερμοκρασίας φτάσει τους 2°C. 

Κάτι τέτοιο θα είχε, επίσης, σοβαρές συνέπειες στην οικονομία της Ευρώπης όσον αφορά την παραγωγικότητα, στις υποδομές, στην ικανότητα παραγωγής τροφίμων, στη δημόσια υγεία, στη βιοποικιλότητα και στην πολιτική σταθερότητα. Πέρυσι οι καταστροφές που οφείλονταν σε καιρικά φαινόμενα προκάλεσαν οικονομική ζημιά που έφτασε το ύψος ρεκόρ των 283 δισ. ευρώ· τέτοιου είδους καταστροφές θα μπορούσαν να πλήξουν τα δύο τρίτα περίπου του πληθυσμού της Ευρώπης έως το 2100, σε σύγκριση με το 5% που είναι σήμερα. Για παράδειγμα, το ετήσιο κόστος των καταστροφών λόγω υπερχείλισης ποταμών στην Ευρώπη θα μπορούσε να φτάσει τα 112 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τα 5 δισ. ευρώ που είναι σήμερα. Το 16% της σημερινής μεσογειακής ζώνης είναι πιθανό να γίνει άγονη γη έως το τέλος του αιώνα και σε πολλές χώρες της Νότιας Ευρώπης η παραγωγικότητα της εργασίας στην ύπαιθρο να μειωθεί κατά 10-15 % σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα. Εκτιμάται, επίσης, ότι οι μειώσεις στην προβλεπόμενη διαθεσιμότητα τροφίμων θα είναι πολύ μεγαλύτερες, αν η θερμοκρασία του πλανήτη αυξηθεί κατά 2°C σε σύγκριση με αύξηση 1,5°C, ακόμη και σε περιφέρειες στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της ΕΕ, όπως είναι η Βόρεια Αφρική και η υπόλοιπη Μεσόγειος. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να υπονομεύσει την ασφάλεια και την ευημερία με την ευρύτερη έννοια και να καταστρέψει τα συστήματα της οικονομίας, του επισιτισμού, της ύδρευσης και της ενέργειας, προκαλώντας παράλληλα περαιτέρω συγκρούσεις και μεταναστευτικές πιέσεις. Γενικά, αν δεν αναλάβουμε δράση για το κλίμα, δεν θα μπορούμε να διασφαλίσουμε την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης και να ανταποκριθούμε στους στόχους για την αειφόρο ανάπτυξη του ΟΗΕ που έχουν συμφωνηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Οι προηγούμενες αναπτυξιακές πρακτικές είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ευημερίας, μέσω όμως της εντατικής και συχνά μη αποδοτικής χρήσης των πόρων. Ο ρόλος της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημάτων και των υπηρεσιών που παρέχουν είναι σε μεγάλο βαθμό υποτιμημένος, το κόστος των αποβλήτων συχνά δεν αντανακλάται στις τιμές, οι τρέχουσες αγορές και οι δημόσιες πολιτικές δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν πλήρως τον ανταγωνισμό στη ζήτηση στρατηγικών πόρων, όπως είναι τα ορυκτά, η γη, το νερό και η βιομάζα. 

Γι’ αυτό χρειάζεται μια συνεκτική και ολοκληρωμένη απόκριση σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών ώστε να αντιμετωπιστούν οι αναμενόμενοι περιορισμοί των πόρων και να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα η ευημερία μας. 

Οι φυσικοί πόροι είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς και για την ποιότητα της ζωής μας. Στους πόρους αυτούς συγκαταλέγονται οι πρώτες ύλες, όπως τα καύσιμα, τα ορυκτά και τα μέταλλα, αλλά και τα τρόφιμα, το έδαφος, το νερό, ο αέρας, η βιομάζα και τα οικοσυστήματα. Οι πιέσεις που δέχονται οι πόροι αυξάνονται διαρκώς. Έως το 2050, εάν συνεχισθούν οι κρατούσες τάσεις, ο πληθυσμός του πλανήτη αναμένεται να αυξηθεί κατά 30% φθάνοντας τα 9 δισεκατομμύρια περίπου, και οι άνθρωποι στις αναπτυσσόμενες και τις αναδυόμενες οικονομίες θα έχουν τη θεμιτή φιλοδοξία να επιτύχουν τα επίπεδα κοινωνικής πρόνοιας και ευημερίας των οποίων απολαύουν οι πολίτες των ανεπτυγμένων χωρών. Όπως διαπιστώσαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η εντατική χρήση των παγκόσμιων πόρων, ιδίως των μη ανανεώσιμων, ασκεί πίεση στον πλανήτη μας απειλώντας παράλληλα την ασφάλεια του εφοδιασμού. Το σημερινό μοντέλο χρήσης των πόρων είναι αδύνατο να διατηρηθεί. 

Οι επιχειρήσεις έχουν να διαδραματίσουν ζωτικό ρόλο όσον αφορά τη μετάβαση στη βιωσιμότητα. Τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των εταιρειών που έχουν θέσει την περιβαλλοντική και κοινωνική ευθύνη στον πυρήνα της εταιρικής τους αποστολής, τόσο αυτοβούλως όσο και κατόπιν παρότρυνσης των δημοσίων αρχών. Όλο και περισσότερες εταιρείες βλέπουν τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης ως ένα αναπόσπαστο μέρος της ανταγωνιστικότητας τους και της αναπτυξιακής τους στρατηγικής. Έχουν κατανοήσει ότι η υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της διατηρησιμότητας των κερδών και της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, στην εξασφάλιση νέων ευκαιριών στην αγορά, καθώς και στη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τους μετόχους. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίστηκε στην παραδοχή ότι «η παγκόσμια ειρήνη δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των κινδύνων που την απειλούν» όπως τόσο εύγλωττα το διατύπωσε ο Robert Schuman, πριν από 70 περίπου έτη. Σήμερα μπορούμε να παρεμβάλλουμε δίπλα στην «παγκόσμια ειρήνη» τις λέξεις «η ευημερία και η επιβίωση των λαών μας».